Μεγάλωσε στον Πειραιά, σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο και Επιστήμες Τύπου και Πληροφόρησης στη Σορβόνη. Έγραψε τα πρώτα του άρθρα στο περιοδικό «Σινεμά», ενώ στην τηλεόραση ξεκίνησε να δουλεύει γράφοντας κείμενα για μια κινηματογραφική εκπομπή στον ΑNT1. Από μικρή ακόμη ηλικία τον ενθουσίαζε το να παρακολουθεί ταινίες και αφιερώματα, όπως αυτά στην «Ταινιοθήκη» της Μητροπούλου και στο «Embassy», στα 17 του χρόνια. Στην ερώτηση, γιατί επέλεξε να γίνει κριτικός κινηματογράφου, απάντησε με μια εύγλωττη μεταφορά: «για τον ίδιο λόγο που κάποιος βουτάει στη θάλασσα, όταν κάνει ζέστη», συμπληρώνοντας πως «δεν μπορούσα ποτέ να διανοηθώ, ότι θα κάνω κάτι άλλο από το να ασχοληθώ θεωρητικά με το σινεμά».
8:45 «Ξυπνάω μετά βίας στις 9 παρά τέταρτο. Δεν είναι του βιορυθμού μου το πρωινό, εννοώ και το ξύπνημα και το breakfast. Το πρώτο πράγμα που κάνω, μόλις σηκωθώ από το κρεβάτι; Ειλικρινά δεν θυμάμαι. Μάλλον να αναστηλωθώ και να παραστήσω τον ξύπνιο, αν και πραγματικά συνέρχομαι αρκετές ώρες αργότερα». Πρώτος σταθμός της ημέρας το κανάλι του Alpha, όπου φθάνει λίγο πριν αρχίσει η πρωινή εκπομπή «Καφές με την Ελένη». Τον ρωτάω, τι αγαπά και τι τον «χαλάει» στην ελληνική τηλεόραση: «Μου αρέσουν τα απρόοπτα, το αυθεντικό live. Βαριέμαι τραγουδιστές και καλλιτέχνες, που δεν μου αρέσουν» μου απαντά. Και τι τον κρατάει τόσα χρόνια στην πρωινή ζώνη; «Η επαφή με την Ελένη, η οποία με εμπιστεύεται κι εγώ το ίδιο. Η εμπιστοσύνη παίζει μεγάλο ρόλο στις σχέσεις μου και ειδικά στις επαγγελματικές, αφού κανείς δεν οφείλει να σε αγαπά. Και πάνω από όλα, δεν αισθάνομαι πως δουλεύω στην τηλεόραση, αλλά πως δουλεύω με αντικείμενο το σινεμά και στην τηλεόραση» μου εξηγεί.

Στο Λιμάνι, βαδίζοντας προς το Μουσείο Κινηματογράφου.
13:00 Συνήθως μετά την εκπομπή βλέπει ταινίες σε ειδικές δημοσιογραφικές προβολές ή κάνει άλλες δουλειές, π.χ. πληρώνει λογαριασμούς. Στην πόλη μας απολαμβάνει μια βόλτα στην Παραλία, στο παλιό λιμάνι και την Πλατεία Αριστοτέλους, ένα καφέ στο «Garçon Brasserie» και το φαγητό στα εστιατόρια «Β», στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και «Clochard». Του ζητάω να μου πει δυο κουβέντες για την έκθεση «Θοδωρή, φέρε και τους δίσκους σου» με βινύλια από το ελληνικό σινεμά, που φιλοξενείται αυτόν τον καιρό στο Μουσείο Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. «Ουσιαστικά ήταν μια προτροπή του διευθυντή του Μουσείου, παλιού φίλου και συνάδελφου Βασίλη Κεχαγιά να φέρω τα ελληνικά μου soundtracks εδώ, για να δει κόσμος τα εξώφυλλα και να ακούσει τη μουσική του. Ανέκαθεν πίστευα πως η ελληνική μουσική για το σινεμά είναι τις περισσότερες φορές καλύτερη από το ίδιο το σινεμά, που την εμπεριέχει».

Το Garson Brasserie είναι από τα αγαπημένα του cafe – restaurants στη Θεσσαλονίκη.
17:00 Τα θέματα για τα περιοδικά και τη «Lifo» τα δουλεύει στο σπίτι, σε έναν χώρο γεμάτο με δίσκους και ταινίες, όπου υπάρχει και home theater. Μερικές φορές βλέπει μια ταινία και γράφει ακόμη και τρία θέματα παράλληλα. Στο ενδιάμεσο ακούει πάντα μουσική ή ραδιόφωνο, συνήθως τον «Εν Λευκώ», on line ραδιόφωνα που μεταδίδουν παλιά soul μουσική και εσχάτως τον σαλονικιώτικο σταθμό Off radio. Μέριλ Στριπ, Όπρα Γουίνφρι, Τζακ Νίκολσον, Τζέιν Φόντα, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Ντέιβιντ Λιντς, Γούντι Άλεν, Ντε Νίρο. Το name dropping των σταρ, από τους οποίους έχει πάρει συνεντεύξεις, είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό, αν και ο ίδιος, με υποδειγματική μετριοφροσύνη, σχολιάζει πως «δεν θεωρώ αυτές τις συνεντεύξεις επιτυχίες αλλά ευτυχείς συγκυρίες». Και ποιος του έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση; «Ίσως η Μέριλ Στριπ, επειδή όσο περνούν τα χρόνια γίνεται πιο αστεία, ευχάριστη, επικοινωνιακή και άνετη με τη δημόσια εικόνα της».

20:30 Στον ελεύθερο χρόνο του, τού αρέσει να παρακολουθεί αγώνες μπάσκετ στην τηλεόραση, να βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα το καλοκαίρι ή να μην κάνει τίποτε απολύτως. «Dolce far niente»! Σε μπαρ πηγαίνει σπάνια. Για φαγητό στην Αθήνα, αρκετά συχνά στον «Παπαδάκη» και στο «Salon de Bricolage». Στο σπίτι χαλαρώνει παίζοντας με το παιδί του ή ακούγοντας μουσική ενώ συνήθως κοιμάται αργά. Το μότο του; «Μου αρέσουν τα ωραία ρούχα αλλά όχι οι άνθρωποι που τους αρέσουν τα ωραία ρούχα»! Για φινάλε, δεν κρατιέμαι και τον ρωτάω, το πιο σημαντικό πράγμα που του έχει διδάξει η δουλειά του, όλα αυτά τα χρόνια: «ότι πρέπει να συνδυάζω τη σκέψη με τη φωνή της καρδιάς. Το αποτέλεσμα είναι πάντα η συγκίνηση, ακόμη κι όταν μια ταινία είναι θεωρητικά εγκεφαλική ή ψυχρή».





